Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετοίκιον < μέτοικος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μετοίκιον ουδέτερο

  • (οικονομία) φόρος που κατέβαλαν στην αρχαία Αθήνα οι εγκατεστημένοι ξένοι (μέτοικοι), μια δραχμή το μήνα ο άνδρας και 6 δραχμές ετησίως η γυναίκα
    Ισαίος δε εν τώ κατ' Ελπαγόρου και Δημοφάνους υποσημαίνει ότι ο μεν ανήρ ιβ' δραχμάς ετέλει μετοίκιον, ή δε γυνή στ' (Σούιδας)

  ΠηγέςΕπεξεργασία