Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαππάριος < από το μάππα (λατινική mappa)+ -άριος (η κατάληξη από την αντίστοιχη λατινική -arius)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαππάριος αρσενικό

  • υπάλληλος του βυζαντινού Ιπποδρόμου επιφορτισμένος να κινεί το μαντήλι που σηματοδοτούσε την έναρξη του αγώνα