Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Χειρουργική μήλη αυλακωτή
 
Η μύτη του ιατρικού θερμομέτρου λέγεται μήλη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μήλη < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μήλη θηλυκό

  1. (ιατρική) χειρουργικό εργαλείο που είναι μικρή ράβδος με αμβλεία μύτη
  2. (ιατρική) η μύτη του ιατρικού θερμομέτρου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία




  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία