Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

λυσσάζω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

λυσσάζω, παθ. μτχ.: λυσσασμένος

  1. άλλη μορφή του λυσσώ

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία