Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κράτος ἐν κράτει < (δοτική) → δείτε τη λέξη κράτος εν κράτει

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

κράτος ἐν κράτει

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία