Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

θεωρία υπερχορδών θηλυκό - (φυσική), (μαθηματικά)

  • μοντέλα της φυσικής στα οποία τα θεμελιώδη δομικά στοιχεία είναι μονοδιάστατα εκτεταμένα αντικείμενα (Χορδές), σε αντίθεση με την παραδοσιακή έννοια των σημειακών και αδιάστατων στοιχειωδών σωματιδίων

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία