Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

ηγεμονεύσαμε

  1. α' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος ηγεμονεύω