Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΜετοχήΕπεξεργασία

δρώμενος αρσενικό

  • μετοχή, γένους αρσενικού, στην ονομαστική ενικού του ενεστώτα του δρῶμαι, μέσου και παθητικού του δρῶ, συνηρημένου τύπου του δράω