Ρηματικός τύπος

επεξεργασία

διευθύνεις

  • β' πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διευθύνω



  Ρηματικός τύπος

επεξεργασία

διευθύνεις