Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

γαγγραινιάσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος γαγγραινιάζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος γαγγραινιάζω
  3. θα γαγγραινιάσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος γαγγραινιάζω