Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Χάστιγξ < → δείτε το επώνυμο Άστιγξ

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Χάστιγξ αρσενικό (στη γενική: του Χάστιγγος)

  • (ιστορία) ανδρικό επώνυμο, άλλη μορφή του εξελληνισμένου επωνύμου Άστιγξ
    ※  Ὁ δέ Χάστιγξ, κυριεύσας τό Βασιλάδι, ἐμελέτησεν τήν ἃλωσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ· […] Τούτων γενομένων, προητοιμάσθησαν εἰς κυρίευσιν τοῦ Ἀνατολικού, καί ἀφ' οὗ συνῆλθαν καί τά ἐπί τῆς ξηρᾶς στρατεύματα ἀντικρύ ἐπί συμπράξει, ἒφεραν οἱ ναῦται τήν 11 Μαΐου [1928] πλήρεις θάῤῥους τά πλοιάριά των ὑπό τόν Χάστιγγα ἐντός βολῆς
    Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, 3η αναθεωρ. έκδοση, τόμ. Δ΄ (Αθήνα: Π. Ασλάνης - Εκ του Τυπογραφείου της “Ώρας”, 1888), σ. 206· Ψηφιακή Βιβλιοθήκη «Ανέμη», πρόσβαση: 2021-01-20.