Difference between revisions of "αρκτικόλεξο"

m
no edit summary
m
m
{{=el=}}
{{el-κλίσ-'σίδερο'|αρκτικόλεξ}}
 
{{-ετυμ-}}
: '''{{PAGENAME}}''' < [[αρκτικός]] + [[λέξη]]
 
{{-προφ-}}
:{{ΔΦΑ}}: /[[Βικιλεξικό:Οδηγός προφοράς|aɾ.kti.'kɔ.lɛ.ksɔ]]/
 
{{-ουσ-}}
{{el-κλίσ-'σίδερο'|αρκτικόλεξ}}
'''{{PAGENAME}}''' {{ο}}
* [[συντομευμένος|συντομευμένη]] μορφή ενός [[πολυλεκτικός|πολυλεκτικού]] όρου ή ονόματος (π.χ. [[επωνυμία|επωνυμίας]]) που σχηματίζεται από τα αρχικά γράμματα ή από ορισμένες συλλαβές του πλήρους όρου ή ονόματος και προφέρεται με διαδοχική απαγγελία των ονομάτων των γραμμάτων του
16,110

edits