Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «μαγειρεύω»

Καμία αλλαγή στο μέγεθος ,  πριν από 11 έτη
καμία σύνοψη επεξεργασίας
# [[παρασκευάζω]] [[φαγητό]] συνδυάζοντας υλικά, συνήθως χρησιμοποιώντας κάποια πηγή θερμότητας
# {{μτφρ}} [[ετοιμάζω]] κάτι, συνήθως ύποπτο, κρυφά από άλλους
# {{μτφρ}} [[παραποιώ]] αποτελέσματα με τρόπο έντεχνο, ώστε να δείχνουν αυτό που θέλω
#: ''τι '''μαγειρεύετε''' εσείς οι δυο εκεί στα κρυφά;''
# {{μτφρ}} [[παραποιώ]] αποτελέσματα με τρόπο έντεχνο, ώστε να δείχνουν αυτό που θέλω
#: ''μου φαίνεται ότι εδώ ο ερευνητής έχει '''μαγειρέψει''' λίγο τα αποτελέσματα της έρευνάς του
 
66.303

επεξεργασίες