Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ΕΛΛΑΣ < Ελληνική Λαϊκή Συσπείρωσις

  ΣυντομομορφήΕπεξεργασία

ΕΛ.ΛΑ.Σ. θηλυκό άκλιτο αρκτικόλεξο

  1. (πολιτική): σύγχρονο ελληνικό πολιτικό κόμμα