Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Δίφιλος < αρχαία ελληνική Δίφιλος

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Δίφιλος αρσενικό

  1. (μυθολογία) βασιλιάς της Κύπρου

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Δίφιλος

  1. ανδρικό όνομα
  2. (μυθολογία) βασιλιάς της Κύπρου