Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

Γέγλες < → λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Γέγλες αρσενικό

  1. ήταν θεολόγος κι ιεροκήρυκας με μεγάλη ευγλωττία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία