Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Βολίτσα < → λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Βολίτσα θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. (γεωπονία): ποικιλία αμπέλου, λευκή ή ερυθρή, που καλλιεργείται στην Πελοπόννησο και παράγει λευκό ή κόκκινο κρασί.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία