Εσπεράντο (eo)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ĝi < λιθουανική ji

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʤi/
ĝi 

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

ĝi (eo)

  • αυτό (χρησιμοποιείται για πράγματα ή για ζώα, όταν δεν ξέρουμε το φύλο)
mi prenos ĝin - (εγώ) θα το πάρω