Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ânesse < θηλυκό του âne

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ânesse 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ânesse (fr) θηλυκό