Δείτε επίσης: εγγαστρίμυθος

Αρχαία ελληνικά (grc) επεξεργασία

→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἐγγαστρίμυθος τὸ ἐγγαστρίμυθον
      γενική τοῦ/τῆς ἐγγαστριμύθου τοῦ ἐγγαστριμύθου
      δοτική τῷ/τῇ ἐγγαστριμύθ τῷ ἐγγαστριμύθ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἐγγαστρίμυθον τὸ ἐγγαστρίμυθον
     κλητική ! ἐγγαστρίμυθε ἐγγαστρίμυθον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἐγγαστρίμυθοι τὰ ἐγγαστρίμυθ
      γενική τῶν ἐγγαστριμύθων τῶν ἐγγαστριμύθων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἐγγαστριμύθοις τοῖς ἐγγαστριμύθοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἐγγαστριμύθους τὰ ἐγγαστρίμυθ
     κλητική ! ἐγγαστρίμυθοι ἐγγαστρίμυθ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἐγγαστριμύθω τὼ ἐγγαστριμύθω
      γεν-δοτ τοῖν ἐγγαστριμύθοιν τοῖν ἐγγαστριμύθοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

ἐγγαστρίμυθος < συναρπαγή της φράσης «ἐν γαστρί μῦθος», (ἐν-) ἐγ- (μέσα) + γαστρί- (γαστήρ (κοιλιακή χώρα) γαστρ- + -ί-) μῦθ(ος) (ομιλία) + -ος επειδή νόμιζαν ότι η ομιλία προέρχεται από την κοιλιά.[1]

  Επίθετο επεξεργασία

ἐγγαστρίμυθος, -ος, -ον

  Αναφορές επεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  Πηγές επεξεργασία