Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ψυχοπαθής η ψυχοπαθής το ψυχοπαθές
      γενική του ψυχοπαθούς* της ψυχοπαθούς του ψυχοπαθούς
    αιτιατική τον ψυχοπαθή την ψυχοπαθή το ψυχοπαθές
     κλητική ψυχοπαθή(ς) ψυχοπαθής ψυχοπαθές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ψυχοπαθείς οι ψυχοπαθείς τα ψυχοπαθή
      γενική των ψυχοπαθών των ψυχοπαθών των ψυχοπαθών
    αιτιατική τους ψυχοπαθείς τις ψυχοπαθείς τα ψυχοπαθή
     κλητική ψυχοπαθείς ψυχοπαθείς ψυχοπαθή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία επεξεργασία

ψυχοπαθής < ψυχοπάθεια

  Επίθετο επεξεργασία

ψυχοπαθής, ής, ές

  • άτομο με αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας


Συγγενικά επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία