Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

zaimek (pl) αρσενικό

  1. (γραμματική) η αντωνυμία
    zaimek dzierżawczy, nieokreślony, określony, osobowy - κτητική, αόριστη, οριστική, προσωπική αντωνυμία