Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

vieil (fr)

  1. γέρος
    le vieil homme - ο γέρος άντρας


ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Γράφεται έτσι μπροστά από φωνήεν ή h aspiré. Μπροστά από σύμφωνο, καθώς και όταν ακολουθεί το ουσιαστικό, γράφεται vieux.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία