Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

theta (pl) θηλυκό

  1. το γράμμα του ελληνικού αλφάβητου: θήτα

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία