Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈtaŋkn̩/
 
 
ΔΦΑ : /ˈtaŋkŋ̩/
 

tanken (de)

  • βάζω στο ρεζερβουάρ
    vergiß nicht zu tanken - μην ξεχάσεις να βάλεις (βενζίνη) στο ρεζερβουάρ

Συγγενικά

επεξεργασία