Δανικά (da)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

seng (da) κοινό

Νορβηγικά (no) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

seng (no) αρσενικό ή θηλυκό