Δείτε επίσης: sécréter

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

secréter < secret

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sə.kʁe.te/

  ΡήμαΕπεξεργασία

secréter (fr)

  • τρίβω (δέρματα, γούνες) με το secret για να διευκολύνω την πίληση