Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

rudiment (en)

  1. θεμελιώδης αρχή, θεμέλιος λίθος
  2. (βιολογία) (να προστεθεί λέξη), κύτταρα του εμβρύου που θα εξελιχθούν σε όργανο