Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

revision (en)

  1. αναθεώρηση
  2. (πληροφορική) αναθεώρηση, μεταβολή αρχείου υπολογιστή

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία



Δανικά (da)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

revision (da)

  1. αναθεώρηση