Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

optymistka (pl) < optymizm (pl)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

optymistka (pl) θηλυκό

ΑντώνυμαΕπεξεργασία