Βοσνιακά (bs)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

lisica (bs) θηλυκό



Κροατικά (hr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

lisica (hr) θηλυκό



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

lisica < lis + samica

  ΠροφοράΕπεξεργασία

lisica 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

lisica (pl) αρσενικό