Τσεχικά (cs)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

italština (cs) θηλυκό

  1. τα ιταλικά, η ιταλική γλώσσα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη:  Itálie