Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

irradiate (en)

  1. υποβάλλω σε ακτινοβολία/βομβαρδίζω με ακτινοβολία
  2. ακτινοβολώ εγγενώς
    περίφραση: to emit radiation