Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

excitação (pt) < γαλλικό excitacion

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

excitação (pt) θηλυκό

  1. η έξαψη, το ξεσήκωμα
  2. η ερωτική διέγερση