Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

democrat (en)

  1. ο δημοκράτης
  2. ο δημοκρατικός (αυτός που υποστηρίζει το Δημοκρατικό Κόμμα)