Γερμανικά (de)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΡήμαΕπεξεργασία

aufwachen (de)

  • ξυπνώ (εγώ ο ίδιος)
    er wacht auf um sieben - ξυπνάει στις εφτά

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία