Άνοιγμα κυρίου μενού
Arrows blue.png Δείτε επίσης : archeoložka

Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

archeolożka (pl) θηλυκό

  1. η αρχαιολόγος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία