Τσεχικά (cs)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

albánština (cs) θηλυκό

  1. τα αλβανικά, η αλβανική γλώσσα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη:  Albánie