Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

absente < θηλυκό του absent

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ap.sɑ̃t/

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

absente (fr)