Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

abholen (de)

  • πηγαίνω να πάρω (κάποιον ή κάτι)
sie wird sich freuen, wenn wir sie abholen - θα χαρεί εάν πάμε να την πάρουμε