Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

abeyance (en)

  1. εκκρεμότητα, κατάσταση όπου κάτι εκκρεμεί
  2. αναστολή, κατάσταση όπου κάτι αναστέλλεται ή δεν αφήνεται να εκδηλωθεί προσωρινά

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • in abeyance: σε εκκρεμότητα/αχρηστία