Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Geschwindigkeit 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Geschwindigkeit (de) θηλυκό

  1. η ταχύτητα
  2. η γρηγοράδα