Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀέλλη ἀέλλα ἀέλλαι
Γενική ἀέλλης ἀέλλαιν ἀελλῶν
Δοτική ἀέλλ ἀέλλαιν ἀέλλαις
Αιτιατική ἀέλλην ἀέλλα ἀέλλας
Κλητική ἀέλλη ἀέλλα ἀέλλαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀέλλη < ἄημι < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂wḗh₁- / *h₂weh₁-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀέλλη θηλυκό