Εβραϊκά (he) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

חוש (he) (khush) αρσενικό

  • αίσθηση (όπως οι 5 αισθήσεις ή η αίσθηση του χιούμορ)