Εβραϊκά (he) Επεξεργασία

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

אֵת (he) (ετ)

  • Πρόθεση που προηγείται ουσιαστικών συνήθως στην αιτιατική ή επικολλάται σε αντωνυμίες

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

אֵת (he) (ετ) αρσενικό