Εβραϊκά (he) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

אִי (he) (í) αρσενικό

  1. νησί
  2. τσακάλι

  ΜόριοΕπεξεργασία

אִי (he) (í)

  • μη (αρνητικό μόριο)

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

אִי (he) (í)

  • Λειτουργεί ως στερητικό πρόθημα