Σερβοκροατικά (sh)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

лос < πρωτοσλαβική *ôlslь

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /lôs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

лос (sh) αρσενικό (ло̏с)

  1. (ζωολογία) ελάφι
  2. (ζωολογία) άλκη

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία