Ρωσικά (ru)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

бойф < περικοπή του бойфренд

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˌboɪ̯f/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

бойф (ru) αρσενικό