Ετυμολογία el

επεξεργασία
τσιριτρό < (ηχομιμητική λέξη) κελαηδίσματος

  Επιφώνημα

επεξεργασία

τσιριτρό ουδέτερο στον ενικό, άκλιτο

Συγγενικά

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία