Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

τράφος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τράφος αρσενικό

  1. (νησιωτική διάλεκτος) πέτρινο χώρισμα αγροτεμαχίων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία